Αρχική / ΜΠΑΣΚΕΤ / Ας μιλήσουμε για τον Ολυμπιακό

Ας μιλήσουμε για τον Ολυμπιακό

d48ed900e79fa9547169c26138b4cd8d_XL

“Αυτή η ομάδα αποτελεί ένα πρωτοποριακό μπασκετικό κίνημα. Γεννήσαμε κάτι νέο και ζωντανέψαμε κάτι που φαινόταν πεθαμένο. H μπασκετική πιάτσα, όλοι μας, πρέπει να δείξουμε μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στα νέα παιδιά ώστε να βελτιώσουν την ατομική τεχνική τους.” Ντούσαν Ιβκοβιτς, συνέντευξη στην εφημερίδα Goal News , 6 Iουνίου 2012.

Ενα πράγμα που με εκνευρίζει στην μπασκετική φίλαθλη Ελλάδα είναι η τάση τα εγχώρια πρωταθλήματα να αποτελούν σοβαρό κριτήριο, αν όχι και εφαλτήριο, μίας αξιολόγησης. Εδώ και χρόνια το ελληνικό πρωτάθλημα είναι πλήρως απαξιωμένο, ο τίτλος διεκδικείται στην ουσία μόνο από δύο ομάδες, εντούτοις το αποτέλεσμα 5 ή και λιγότερων παιχνιδιών στην κάψα του Ιούνη διαμορφώνει απόψεις για παίκτες, προπονητές, παράγοντες, φροντιστές κ.ο.κ. Η φετινή χρονιά δεν αποτελεί εξαίρεση, και έτσι η αποτυχία του Ολυμπιακού στην φετινή ευρωλίγκα περιμένει ήδη τα καλοκαιρινά αποτελέσματα, είτε για να σχηματοποιηθεί ως τέτοια, είτε για λειανθούν οι αιχμηρές άκρες της.

Το σωστό, σε ό,τι αφορά την ομάδα, είναι φυσικά οι όποιες αποφάσεις να λαμβάνονται μετά το πέρας της σεζόν. Σε αυτό κάθε λογικός άνθρωπος είναι απόλυτα σύμφωνος. Όμως είναι άλλο πράγμα ο χρόνος και άλλο τα κριτήρια των αποφάσεων. Στους ερυθρόλευκους, όπως άλλωστε και στον αιώνιο αντίπαλο τους, κάθε αξιολόγηση ή εκτίμηση των αναγκών οφείλει να γίνεται με αποκλειστικό κριτήριο την πορεία στην ευρωλίγκα, κι ας ουρλιάζει το πόπολο. Τούτου δοθέντος, νομίζω πως για το δικό μας σάιτ και το δικό μου προσωπικό μπλογκ, οι νωπές μνήμες του πρόσφατου αποκλεισμού βοηθούν πολύ περισσότερο στη διαμόρφωση της κριτικής , σε σχέση με τις παρορμήσεις του Ιουνίου που ξεχειλίζουν αυθεντικό συναίσθημα.

Ναι, αυτή είναι η κατάλληλη στιγμή να μιλήσουμε για τον Ολυμπιακό. Και βασικά, όχι για τον Ολυμπιακό ως ομάδα, αλλά για τον Ολυμπιακό ως οργανισμό που προχωρά, προσαρμόζεται και εξελίσσεται στο πέρασμα του χρόνου. Διότι το μεγαλύτερο στοίχημα αυτή τη στιγμή για τους ερυθρόλευκους είναι αν θα λειτουργήσουν ως ένας τέτοιος.

Τα παραδείγματα στην πρόσφατη ιστορία του αθλήματος όπου μία ομάδα εξελίχθηκε ως οργανισμός δεν είναι πολλά, αλλά από την άλλη δεν είναι και ελάχιστα. Συνήθως αφορούν ιστορίες επιτυχίας και μακροημέρευσης και τα βρίσκει κανείς σε προτάσεις που περιέχουν τις λέξεις Μπουλς, Σπερς, Παναθηναικός (συγγνώμη), ΤΣΣΚΑ ή ό,τι άλλο αγαπάτε. Μιλάμε φυσικά για “οργανισμούς” οι οποίοι διέπονταν από δύο βασικά χαρακτηριστικα: πρώτον ήταν πιστοί σε ένα σύνολο αρχών και δεύτερον κατάφερναν να προσαρμόζονται στις επιταγές του αθλήματος, ου μην και να το εξελίσσουν. Ετσι, πέτυχαν να μακροημερεύσουν και να μείνουν για χρόνια στην κορυφογραμμή των πρωταθλημάτων τους. Μπορεί για αυτές τις ομάδες κάθε χρονιά να μη σήμαινε -και να μη σημαίνει – ένα πρωτάθλημα ΝΒΑ ή μία κατάκτηση της ευρωλίγκα, αλλά σε βάθος χρόνου το σύνολο των επιτυχιών τους της κατέστησε κυρίαρχες, μέχρι το σημείο που να σημαδέψουν ολόκληρη την εποχή τους.

Σε ο,τι αφορά τα παραπάνω, ο Ολυμπιακός μοιάζει να βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε ένα περίπου οριακό σημείο. Eχει επιτύχει ξεκάθαρα στο σκέλος των αρχών , αλλά τη δεδομένη στιγμή δείχνει να ψάχνεται σε όσα αφορούν την προσαρμοστικότητα. Τι εννοώ;

Oι Πειραιώτες, όταν έφαγαν γερά τα στραπάτσα των εποχών του μεγάλου ξοδέματος, πέρασαν σε μία οικονομική και οργανωτική πολιτική η οποία είναι μέχρι και σήμερα σαφώς επιτυχημένη. Επέλεξαν το δρόμο των δύο σούπερσταρ (ο Πρίντεζης έγινε στην πορεία) , των καλών νεαρών Ελλήνων κορμού, και των ξένων που ήθελαν να πάνε την καριέρα τους στο επόμενο επίπεδο. Οι συγκεκριμένες αρχές των διοικούντων Αγγελόπουλων έμειναν ίδιες και απαράλλαχτες από την ‘επανάσταση’ του Ιβκοβιτς και έπειτα, μετατρέποντας έτσι τον Ολυμπιακό σε έναν ελκυστικότατο προορισμό για παίκτες με ισχυρό κίνητρο. Παράλληλα, η οργανωτική αυτή φιλοσοφία βοήθησε εκ των πραγμάτων στο σαφέστατο καταμερισμό των ρόλων. Όποιος ερχόταν (και έρχεται) στην ομάδα ήξερε από πριν τις ιεραρχικές της κατανομές και προσαρμοζόταν σε αυτές. Αυτό είχε θετικό αντίκτυπο και στην απόκτηση αγωνιστικής χημείας, και νομίζω οι λόγοι είναι φανεροί.

Ανάλογο πλάνο η ομάδα εφάρμοσε και στην αρχή της φετινής χρονιάς, στελεχώνοντας το ρόστερ με ξένους που θεωρητικά ταίριαζαν στην do or die φιλοσοφία και στην εργατική νοοτροπία. Ταυτόχρονα, όπως κάθε χρόνο, η σύνθεση της βασικής 12άδας εγγυώνταν χρόνο συμμετοχής στους ανερχόμενους νεαρούς, οι οποίοι για αυτή τη σεζόν επιλέχθηκε να είναι οι Παπαπέτρου και Αγραβάνης. Προσωπικά, και από το καλοκαίρι, δεν είχα κανένα απολύτως πρόβλημα με αυτού του είδους τις απόφασεις στελέχωσης, κι ας μην υπήρχε πίσω από τον Πρίντεζη ένα καθαρό stretch four1. Ο Ολυμπιακός, από το 2011 και ύστερα, εβγαζε παίκτες και στηρίχτηκε σε αυτό. Ούτε είχα ιδιαίτερες αντιρρήσεις με τις επιλογές των Στρόμπερι, Χάκετ και φυσικά του “θωρηκτού” Γιανγκ. Οι τρεις του άλλωστε, άλλος περισσότερος και άλλος λιγότερο, απέδειξαν πως δίκαια πήραν θέση σε αυτή την ομάδα.

Το πρόβλημα ήταν τελικά πως ο Ολυμπιακός απέτυχε να παρουσιάσει μία συνέπεια στο μπάσκετ του ως προς τρία αλληλοεξαρτώμενα και αλληλένδετα σκέλη. Πρώτον, την ευθυγράμμιση του τρόπου παιχνιδιού με το ρόστερ, δεύτερον την εφαρμογή ενός πλάνου που θα ερχόταν ως συνέχεια των προηγουμένων, και τρίτον την παρακολούθηση των επιταγών του αθλήματος. Για να γίνει αυτό πιο κατανοητό, αξίζει μία μίνι ιστορική αναδρομή.

Τη σεζόν 2011-12, ο Ντούσαν Ιβκοβιτς έφτασε στην κορυφή βασιζόμενος στην ορμή και την εξέλιξη των νεαρών, στην αδιαμφισβήτη ηγετική ικανότητα του Σπανούλη και σε μία φροντ λάιν που έβγαζε περισσότερο ταχυδύναμη παρά τεχνική και ύψος. Οι ερυθρόλευκοι του Ντούντα έπαιζαν με την ενέργεια στο μάξιμουμ σε άμυνα και επίθεση , έχοντας μόνο την απαραίτητη τακτική υποβοήθεια. Η ανασταλτική τους λειτουργία δεν είχε αυστηρό προσανατολισμό, αλλά βασιζόταν κυρίως στη δυνατότητα πολλών να μαρκάρουν πολλούς. Η δε γραμμή πυρός έβγαζε την παραγωγή της κυρίως μέσα από τη δημιουργία των χώρων που ευνοούσαν την ανάδειξη των ατομικών στοιχείων των παικτών, κατά προτίμηση στο ανοιχτό γήπεδο2, αλλά χωρίς παράλληλα να αμελεί τα οφέλη που μπορούσε να της δώσει το σκριν στη μπάλα για έναν παιχταρά σαν τον Σπανούλη. Το περιβόητο flex του Ντούντα (ένα σετ αρχών με off ball σκριν που διδάσκεται από μικρές ηλικίες) βρήκε την καλύτερη εφαρμογή του σε ένα σύνολο γεμάτο νιάτα και κίνητρο, και έναν ξεκάθαρο ηγέτη. Ο τελικός απέναντι στην ΤΣΣΚΑ ήταν μία ραψωδία. Επιστροφή από το -18 με switch στην άμυνα και χωρίς ούτε ένα πικ εν ρολ στην επίθεση.

Οταν ο Σερβος αποφάσισε να φύγει, η επιλογή Μπαρτζώκα φαινόταν απόλυτα σωστή. Ενας σύγχρονος προπονητής που έδινε επίσης έμφαση στο αμυντικό κομμάτι και στο γρήγορο παιχνίδι (αυτό φαίνεται και στην Κουμπάν) , και που επιπλέον μπορούσε να εμπλουτίσει το παιχνίδι στο μισό γήπεδο με γρήγορα set plays και υπολογισμένο παιχνίδι αποστάσεων μετά το πικ εν ρολ. Ο Ολυμπιακός, κατά την πρώτη χρονιά του, έπαιξε το πιο γρήγορο μπάσκετ όλων αυτών των ετών (βάσε αριθμού κατοχών) και έφτασε στην κορυφή με μία επίδειξη χαμαιλεοντισμού, έχοντας παράλληλα στο πλευρό του Σπανούλη έναν γκαρντ που στα κρίσιμα ήταν εξ΄ημισείας πρωταγωνιστής (Λο).

Αντίθετα, η δεύτερη σεζόν, συνοδεύτηκε από τον αποκλεισμό στους οκτώ από την εξαιρετική Ρεάλ, έναν αποκλεισμό που ήρθε και ως συνέπεια μίας σειράς σημαντικότατων τραυματισμών στο τοπ-16. Για όποιον δεν θυμάται, οι ερυθρόλευκοι έχασαν από Φενέρ και Μιλάνο οριακά χωρίς να αγωνιστεί ο Σπανούλης, ενώ στη Βαρκελώνη έλειπε επιπλέον και ο Πρίντεζης. Παρόλα αυτά, η εικόνα στο τέλος της ευρωπαικής σεζόν έδειχνε πολύ καλή (η Ρεάλ δεινοπάθησε με πλεονέκτημα έδρας) και η μετάβαση από το ρόστερ του Ιβκοβιτς σε εκείνο του Μπαρτζώκα (Λοτζέσκι, Ντάνστον) ομαλή. Εξάλλου, η παρουσία σε final four κάθε χρόνο δεν ήταν από πουθενά εγγυημένη.

Ο Μπαρτζώκας όμως, έπρεπε να αποχωρήσει, καθώς η απώλεια των εγχώριων τίτλων είχε φέρει τους οπαδούς στο αμήν, και η ομάδα μετά τον αποκλεισμό από το κύπελλο και τον ΠΑΟ τη σεζόν 2014-15 ήταν καζάνι που έβραζε. Στη θέση του ήρθε ένας προπονητής με διαφορετική φιλοσοφία, ο οποίος κλήθηκε να διαχειριστεί ένα ρόστερ για το οποίο αποκλειστικά υπεύθυνος ήταν ο προκάτοχος του. Ο Σφαιρόπουλος, προς δική του απόλυτη αναγνώριση, κατάφερε να κάνει το ρόστερ αυτό απολύτως λειτουργικό και να το φτάσει μέχρι τέλους. Το μπάσκετ που έπαιξε ήταν για πρώτη φορά διαφορετικό. Αμυνα με παγίδες στην περιφέρεια , αργός ρυθμός, ο Σπανούλης σε ακόμη πιο αναβαθμισμένο ρόλο και σκληράδα στα όρια του ηρωισμού. Η επιλογή αυτή ήταν πιθανώς αναγκαστική, καθώς δεν είναι εύκολο να παρουσιάσει κάποιος ένα λειτουργικό πλάνο με υλικά που επέλεξε άλλος. Ευτυχώς για τον νέο κοουτς, τα υλικά ήταν από μόνα τους εξαιρετικά, και μπορούσαν να ανταποκριθούν στα δικά του ζητούμενα.

Οταν λοιπόν το πρωτάθλημα κατακτήθηκε, ο Σφαιρόπουλος έμοιαζε να θέλει κάπως να συνδέσει τη δική του δουλειά με αυτή των προκατόχων του. Οι παίκτες που αποκτήθηκαν ήταν αληθινά βέλη στο ανοιχτό γήπεδο και καλοί διεμβολιστές. Μπορεί ‘αυθεντικός’ σουτέρ να μην υπήρχε, αλλά και το 2012 ο μοναδικός ήταν ο Κέσελ. Οπως φαινόταν στη αρχή της σεζόν, ο Ολυμπιακός θα μπορούσε να παίζει γρήγορα, να μετατρέπει τις άμυνες σε γρηγορα καλάθια, και παράλληλα να βγάζει ελεύθερα σουτ μέσω της προσοχής στην άμυνα σε όσους πήγαιναν να την τρυπήσουν. Κατά μία έννοια, οι ερυθρόλευκοι έμοιαζαν πως (μετά το μπάσκετ ανάγκης) θα γυρνούσαν στη συνέχιση της εξέλιξης, και πως αν τα ρίσκα του καλοκαιριού (Αγραβάνης) δεν απέδιδαν, τότε η διόρθωση θα ισοδυναμούσε απλώς μία μικρή στορφή στο τιμόνι .

Αυτό δεν συνέβη ποτέ, και οι τραυματισμοί αποτελούν μόνο ως ένα σημείο μία δικαιολογία. Το ίδιο και η έλλειψη ενός stretch four, το ίδιο και οι αλλαγές του ρόστερ μέσα στη σεζόν. Με όλα αυτά άλλωστε, οι ερυθρόλευκοι συνέτριψαν τη Ρεάλ, κέρδισαν άνετα τη Μπαρτσελόνα, ανέτρεψαν εμφατικά το παιχνίδι με την Χίμκι και κέρδισαν δύο φορές την εξαιρετική Λαμποράλ. Σε 4 από τις 5 αυτές νίκες εφάρμοσαν στην εντέλεια μία συνταγή γνώριμη σε όσους παρακολουθήσαμε από κοντά τους θριάμβους: γρήγορα set plays, απεξάρτηση από το κεντρικό πικ εν ρολ με τον Σπανούλη, άμυνα με προσαρμογές και αιφνιδιασμοί. Οι ήττες αντίστοιχα ήρθαν με τρόπο που δεν θύμιζε σε τίποτα την τριετία 2012-14, ούτε την παθιασμένη περυσινή χρονιά: αργόσυρτα plays με άσκοπα σκριν πριν πάρει τη μπάλα ο αρχηγός, ανελαστική αμυντική τακτική που έδινε ένα σωρό ελεύθερα σουτ , και ελάχιστη διάθεση για γρήγορο παιχνίδι, έστω και στο μισό γήπεδο.

Ο Ολυμπιακός ήταν Ντόκτορ Τζέκιλ και Μίστερ Χάιντ. Είτε έπαιζε σύγχρονα και σε αναλογία με το ρόστερ του, είτε έπαιζε ως σύνολο περασμένων δεκαετιών. Κατά μία έννοια, δεν συμβάδιζε με το ίδιο το παιχνίδι, την ίδια στιγμή που μία άλλη ομάδα με περίπου κοντινή στελέχωση και αντίστοιχα μειονεκτήματα στο σουτ έκανε (και κάνει) θαύματα. Η Λαμποράλ, που σούταρε από απόσταση ελάχιστα καλύτερα από τους Πειραιώτες, τελείωσε το τοπ-16 με πλεονέκτημα έδρας και έβγαλε στο γήπεδο αυτό που στη θεωρία θα μπορούσαν να είχαν παρουσιάσει οι ερυθρόλευκοι. Αμυνα μπετόν, τρέξιμο, έλλειψη φόβου και σουτ πίσω από σκριν με γκαρντ που απολάμβαναν ισόποση ελευθερία και εμπιστοσύνη. Δεν είναι ακριβώς σύγκριση, είναι μία αναλογία.

Κακά τα ψέμματα, το μπάσκετ αυτή τη στιγμή δεν εξελίσσεται με τρόπο ανάλογο του παιχνιδιού του φετινού Ολυμπιακού. Το πικ εν ρολ εξακολουθεί να παίζεται από πολλούς, όμως η δημιουργία μοιράζεται. Δείτε τη Ρεάλ, την Μπαρτσελόνα, την Κάχα, την Μπάμπεργκ, την ΤΣΣΚΑ, την Χίμκι. Επίσης, η εκτέλεση των επιθέσεων γίνεται γρήγορότερα, το επιθετικό transition αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία και οι άμυνες πηγαίνουν όλο και συχνότερα σε τακτικές που ελαχιστοποιούν τους ελεύθερους χώρους. Παρά το ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι οι κατοχές αυξάνονται, το είδος του παιχνιδιού που κερδίζει έχει περισσότερες ομοιότητες με τον Ολυμπιακό της τριετίας 2012-2014, παρά με εκείνον των τελευταίων δύο χρόνων. Το ζήτημα δεν έχει να κάνει με την ταχύτητα, αλλά με τη “γρηγοράδα”.

Κάπου εδώ συμβαίνει να μπαίνει στη συζήτηση η έννοια της ομάδας-οργανισμού. Ολα τα παραπάνω , όπως άλλωστε και ο αποκλεισμός από το τοπ-16, δεν συνιστούν καμμία καταστροφή εφ’οσον οι διοικούντες την ομάδα έχουν την δύναμη, την αποφασιστικότητα αλλά και την διαύγεια να αναγνωρίσουν πως ο Ολυμπιακός, για να επιβιώσει στο νέο (σκληρότερο) σύστημα θα πρέπει να ακολουθήσει μία πορεία εξέλιξης συμβατή με τις επιταγές των καιρών και με το πλάνο των επιτυχημένων ετών, από το οποίο παρέκκλινε σημαντικά φέτος. Οι προσαρμογές που θα χρειαστεί να γίνουν, δεν είναι άλλωστε και τόσο μεγάλες αν το καλοσκεφτείτε. Μπορεί οι πάντες να μείνουν στις θέσεις τους, αλλά μέσω μιας ενδοσκοπικής διαδικασίας να φανούν γενναίοι. Οι Αγγελόπουλοι, ο Σφαιρόπουλος, ο Σπανούλης, κι εγώ δεν ξέρω ποιος, οφείλουν να σταθούν απέναντι στα δικά τους πεπραγμένα και στο μπάσκετ όπως πρέπει, και να δείξουν και εκεί την ίδια συνέπεια που δείχνουν τόσα χρόνια σε όλα όσα αφορούν τις μισθολογικές κατανομές και την οικονομική πολιτική.

Ο Παναθηναικός και το πρωτάθλημα του ΕΣΑΚΕ δεν έχουν καμμία σχέση με όλα αυτά.

Σημειώσεις

1. Όποιος πιστεύει ότι η άθλια εμφάνιση στο Κάουνας ή η (ψιλο)αυτοκτονία στη Γερμανία και οι ήττες με κάτω τα χέρια από Χίμκι και Μπαρτσελόνα οφείλονταν στην έλλειψη ενός δεύτερου PF πίσω από τον Πρίντεζη, μάλλον θα πρέπει να ξανακοιτάξει την θεωρητική πληρότητα των βερσιόν του Ολυμπιακού που κατέκτησαν την ευρωλίγκα.

2. Αυτή την περίοδο είδαμε και τι μπορεί να προσφέρει ο Πρίντεζης στο δευτερεύον transition ως post-up παίκτης.

About freesniper

Ο ελεύθερος σκοπευτής γράφει όποτε θέλει, για ότι θέλει γιατί έτσι θέλει... Έχει πηγές ιαματικές και κοριούς εκεί που δεν το βάζει ο νους σου! Κυκλοφορεί και οπλοφορεί...

Δείτε επίσης

Το “φέσι” πρέπει να ξεπληρωθεί!

Το “φέσι” της Αδάνα Ντεμίρσπορ στον Ολυμπιακό Από τον Ιούλιο του 2023, ο Ολυμπιακός αντιμετωπίζει ...

Βρείτε μας στο Twitter